ἐριβῶλαξ

ἐρι-βῶλαξ, ᾰκος, , ,
A with large clods, of rich, loamy soil: hence, very fertile, once in Od.,

ἐριβώλακος ἠπείροιο 13.235

; freq. in Il.,

ἐν Φθίῃ ἐριβώλακι 1.155

, etc. ;

γαῖα Orph.L.655

;

πόλεως ἐ. Cratin.56

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εριβώλαξ — ἐριβώλαξ, ὁ, ἡ (Α) 1. αυτός που έχει μεγάλους βώλους χώματος (για εύφορη γη) 2. πολύ εύφορος, γόνιμος («ἐν Φθίῃ ἐριβώλακι βοτιανείρῃ», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ερι (επιτ. μόριο) + βώλαξ «όγκος χώματος»] …   Dictionary of Greek

  • ἐριβῶλαξ — with large clods masc/fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρίβωλον — ἐρίβωλος masc/fem acc sg ἐρίβωλος neut nom/voc/acc sg ἐριβῶλαξ with large clods masc/fem acc sg (epic) ἐριβῶλαξ with large clods neut nom/voc/acc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερίβωλος — ἐρίβωλος, ον (Α) βλ. εριβώλαξ. [ΕΤΥΜΟΛ. < ερι (επιτατικό μόριο) + βώλος «όγκος χώματος»] …   Dictionary of Greek

  • ερι- — (I) ἐρι (Α) αχώριστο μόριο (όπως το αρι ) που επιτείνει την έννοια τών λέξεων στις οποίες προστίθεται ως α’ συνθετικό (π.χ. α. εριαυγής πάρα πολύ λαμπρός, φωτεινότατος β. ερίτιμος πολύτιμος, εντιμότατος γ. εριβρεμέτης* αυτός που βροντάει ισχυρά,… …   Dictionary of Greek

  • ἐριβώλακα — ἐριβώ̱λακα , ἐριβῶλαξ with large clods masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριβώλακι — ἐριβώ̱λακι , ἐριβῶλαξ with large clods masc/fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριβώλακος — ἐριβώ̱λακος , ἐριβῶλαξ with large clods masc/fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριβώλου — ἐρίβωλος masc/fem/neut gen sg ἐριβῶλαξ with large clods masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριβώλων — ἐρίβωλος masc/fem/neut gen pl ἐριβῶλαξ with large clods masc/fem/neut gen pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριβώλῳ — ἐρίβωλος masc/fem/neut dat sg ἐριβῶλαξ with large clods masc/fem/neut dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.